Μήνυση Χρυσής Αυγής κατά των πρακτόρων της Άγκυρας, του DEB και του ψευδομουφτή για την ανθελληνική τους δράση [Εικόνες-Βίντεο]

Ο «ΛΑΪΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ - ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ», μόνη δύναμη εθνικής αντίστασης κατέθεσε σήμερα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μηνυτήρια αναφορά κατά του μειονοτικού «κόμματος Ισότητας, Ειρήνης και Φιλίας»...


www.eglimatikotita.gr -09 Μαρτίου 2017
 του πρόεδρου του Μουσταφά Αλή Τσαβούς και του«ψευδομουφτή» Ξάνθης Αχμέτ Μέτε, για τη δράση τους, σε συνεργασία με το τουρκικό προξενείο, κατά της ελληνικής κυριαρχίας και υπέρ των τουρκικών βλέψεων στη Θράκη μας.

Η Τουρκία επικαλείται συνεχώς ανύπαρκτες παραβιάσεις σε βάρος των ομοθρήσκων της και παρερμηνεύει σκόπιμα προς όφελός της τις υφιστάμενες διεθνείς συνθήκες.

Και βέβαια υπό την, επίσης συνήθη, ανοχή, μακαριότητα ή αφέλεια ενός καταστρεπτικού για τα συμφέροντα της χώρας «προοδευτικού» πλέγματος πολιτικών και διανοουμένων, που μονίμως ερμηνεύουν την ανάγκη προστασίας των συμφερόντων του Ελληνισμού και την εθνική εγρήγορση, ως εκδηλώσεις αντιδραστικής ιδεολογίας και ξεπερασμένου πατριωτισμού.

Δείτε το βίντεο..


Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο της μήνυσης: 
Προς την κα Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου

ΜΗΝΥΤΗΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ
ΛΑΓΟΥ Ιωάννη του Ευαγγέλου, βουλευτού του Ελληνικού Κοινοβουλίου και του κόμματος «ΛΑΪΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ – ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ» , κατοίκου Αθηνών στην οδό Βουλής αρ. 4

ΚΑΤΑ
1) Μουσταφά Αλή Τσαβούς, Πρόεδρου του «κόμματος Ισότητας, Ειρήνης και Φιλίας» ΚΙΕΦ / DEB

2) «κόμματος Ισότητας, Ειρήνης και Φιλίας» ΚΙΕΦ / DEB

3) Αχμέτ Μέτε, «ψευδομουφτή» Ξάνθης

Και παντός άλλου ενεχομένου κατ’ άρθρα 45-49 ΠΚ στην τέλεση ποινικών αδικημάτων, που θα προκύψει από την διερεύνηση των παρακάτω αναφερόμενων

Αξιότιμη κυρία Εισαγγελεύ, Εκθέτω στην κρίση Σας τα ακόλουθα και αιτούμαι τα κατά το νόμο:

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Η παρουσία της μουσουλμανικής μειονότητας στην Θράκη είναι αποτέλεσμα των ρυθμίσεων της Συνθήκης της Λωζάνης και, ειδικότερα, της εξαιρέσεώς της από την συμφωνηθείσα υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών -των Τούρκων υπηκόων, ελληνικού ορθοδόξου θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των τουρκικών εδαφών, και των Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμανικού θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των ελληνικών εδαφών- με αντιστάθμισμα την αντίστοιχη εξαίρεση των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως.

Το κείμενο της σχετικής συμβάσεως, που υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου 1923, στο πλαίσιο των συζητήσεων της Συνδιασκέψεως της Λωζάνης, και κυρώθηκε με το ΝΔ 238/1923 «Περί κυρώσεως της εν Λωζάνη συνομολογηθείσης συνθήκης περί ειρήνης», αναφέρει ρητώς, ως εξαιρουμένους από την συμφωνηθείσα ανταλλαγή, αφ’ ενός μεν τους Έλληνες κατοίκους της Κωνσταντινουπόλεως, αφ’ ετέρου δε τους Μουσουλμάνους κατοίκους της Δυτικής Θράκης. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του 5ου τμήματος της Συνθήκης της Λωζάνης , δεν συμπεριλαμβάνονται στην υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών που εφαρμόστηκε ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία:

«α) Οι Ελληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως.
β) Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης. Θέλουσι θεωρηθή ως Ελληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, πάντες οι Ελληνες οι εγκατεστημένοι ήδη προς της 30ής Οκτωβρίου 1918, εν τη περιφερεία της Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως, ως αύτη καθορίζεται διά του νόμου του 1912.

Θέλουσι θεωρηθή ως μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης, πάντες οι μουσουλμάνοι οι εγκατεστημένοι εν τη περιοχή ανατολικώς της μεθορίου γραμμής της καθορισθείσης τω 1913 διά της Συνθήκης του Βουκουρεστίου». Εξ άλλου, η Συνθήκη της Λωζάνης, στο τμήμα των διατάξεών της που καθορίζουν την θεσμοθετούμενη, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, «Προστασία των Μειονοτήτων» (άρθρα 37 – 45), αναφέρεται ρητώς στις «ευρισκόμενες στην Ελλάδα μουσουλμανικές μειονότητες».

Στις σχετικές με την προστασία των μειονοτήτων διατάξεις της Συνθήκης (άρθρα 37-45), αφ' ενός μεν η μειονότητα της Θράκης χαρακτηρίζεται ως «μουσουλμανική» (άρθρο 45), αφ' ετέρου δε, είναι εμφανής η συμβολή του ισλαμικού δόγματος στην αναγνώριση των μουσουλμάνων της Δυτ. Θράκης ως κοινωνικής συγκροτήσεως με θρησκογενή υπόσταση. Ο όρος «μουσουλμάνος» ανταποκρινόταν στην τότε ισχύουσα ιστορική ανάπτυξη των νομικών υποκειμένων, προσδιόριζε την θεωρητική συνύπαρξη αμετάβλητων αρχών και αξιών και καθόριζε την αυθυπαρξία των ιδιαιτεροτήτων τους. Συνεπώς η θεωρητική χρήση του ισλαμισμού, ως μορφοποιού παράγοντα κοινωνικής συνοχής, κρίθηκε η πιο ενδεδειγμένη για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης και για την κατοχύρωση και διασφάλιση των ιδιαιτεροτήτων τους, αφού το κυρίαρχο συνδετικό τους στοιχείο ήταν η κοινή πίστη, μετουσιωμένη σε κοινή στάση απέναντι στη ζωή και την κοινωνία.

Το καθεστώς μειονοτικής προστασίας, που καθιερώθηκε στην Λωζάννη, στηρίζεται σε τρεις (3) βασικές αρχές : της αμοιβαιότητας, της πληθυσμιακής ισορροπίας και του θρησκευτικού χαρακτήρα των μειονοτήτων.Η αρχή της αμοιβαιότητας επέβαλε στην Τουρκία, με βάση τα άρθρα 37 - 44 της Συνθήκης, σειρά υποχρεώσεων για την προστασία των γλωσσικών, θρησκευτικών και εκπαιδευτικών δικαιωμάτων των Ελληνορθοδόξων της Τουρκίας («Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου»), η τήρηση των οποίων αποτελεί, κατά το γράμμα και το πνεύμα του άρθρο 45, την προϋπόθεση για την προστασία των αντιστοίχων δικαιωμάτων των Μουσουλμάνων της Θράκης.

Η αρχή της πληθυσμιακής ισορροπίας των εκατέρωθεν μειονοτήτων, επέβαλε την υποχρέωση διατηρήσεως της αριθμητικής ισότητας των δύο πληθυσμιακών ομάδων (Ελλήνων – Μουσουλμάνων), ως βάση για την πλήρη εφαρμογή του εγκαθιδρυουμένου καθεστώτος μειονοτικής προστασίας. 90 χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, είναι προφανές ότι η Τουρκία ωμά παραβίασε τη βασική αρχή που προσδιόρισε τη Συνθήκη, την Αρχή της Αμοιβαιότητας. 90.000 Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου μετά το πογκρόμ του 1955 ξεριζώθηκαν βίαια από την περιοχή με αποτέλεσμα σήμερα να παραμένουν εκεί λιγότεροι από 3.000 γέροντες. Δεν αποδόθηκε ποτέ το καθεστώς αυτονομίας της Ίμβρου και της Τενέδου όπως προβλέπονταν στο άρθρο 14 της Συνθήκης. Κατασχέθηκαν βακούφια και ελληνικές περιουσίες. Περιορίστηκε ο ρόλος και η δραστηριότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Έκλεισαν σχολεία, καταστράφηκαν εκκλησίες και βεβηλώθηκαν μνημεία και νεκροταφεία.

Τέλος, η αρχή του θρησκευτικού χαρακτήρα της  μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, που στερείται αντικειμένου για την ελληνική πλευρά, αφού είναι δεδομένη η κοινή ορθόδοξη ταυτότητα του Ελληνικού πληθυσμού της Κωνσταντινουπόλεως, εξέφρασε συγκεκριμένη απαίτηση της τουρκικής πλευράς.

Η επιδιωκόμενη από την Αγκυρα καθιέρωση του «τουρκισμού», ως στοιχείου συνοχής της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, θίγει τα ιδιαίτερα φυλετικά, κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά των ομάδων, που συναπαρτίζουν την μουσουλμανική μειονότητα και, ταυτόχρονα, αποκαλύπτει ότι, η χρήση του όρου «τούρκοι», για τον προσδιορισμό της, δεν γίνεται επ' ωφελεία των συγκεκριμένων φυλετικών ομάδων, αλλά, ουσιαστικά σε βάρος τους και για την εξυπηρέτηση των γνωστών επιδιώξεων και σκοπιμοτήτων της Τουρκίας.

Ιδίως μετά το 1964 αναπτύχθηκε η προβολή συγκεκριμένων τουρκικών αξιώσεων υπέρ των μουσουλμάνων της Θράκης. Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974, λειτούργησε υπέρ της τουρκικής προπαγάνδας, που δεν διστάζει να εμποτίζει τον μουσουλμανικό πληθυσμό με το «μήνυμα της απελευθερώσεως» της Δυτικής Θράκης από τον τουρκικό στρατό, «όπως έχει πράξει και στην περίπτωση της Κύπρου». Η κεμαλική υποθήκη, διατυπωθείσα το 1920, για την μελλοντική υπαγωγή της Δυτικής Θράκης στην Τουρκία («έχουμε σκοπό να κρατήσουμε τον χώρο αυτό στα χέρια των τούρκων και σαν ενιαίο σύνολο να τον περιλάβουμε σε κάποιο κατάλληλο χρόνο και σε κάποια κατάλληλη ευκαιρία στην μητέρα πατρίδα») εξακολουθεί να διέπει τις τουρκικές αντιλήψεις και βλέψεις και να αποτελεί βασικό στοιχείο της τουρκικής στρατηγικής στον χώρο της Θράκης.

Οι ελληνικές αντιδράσεις υπήρξαν περιορισμένες, αναποτελεσματικές και συνέβαλαν αποφασιστικά στην πλήρη, προς όφελος της Τουρκίας, ανατροπή των ισορροπιών, στις οποίες, εν τούτοις, απέβλεπαν και η σύμβαση ανταλλαγής των πληθυσμών και η Συνθήκη της Λωζάννης. Στην πράξη δηλαδή, κυριολεκτικά εξαφανίσθηκαν, υπό το βάρος της μεθοδικής, ολοκληρωτικής και απάνθρωπης πολιτικής των γειτόνων μας, οι δύο, από τις τρεις προαναφερθείσες αρχές της Συνθήκης της Λωζάννης, αυτές της αμοιβαιότητας και της πληθυσμιακής ισορροπίας. Απομένει ο θρησκευτικός χαρακτήρας των μειονοτήτων, που, αφού εξυπηρέτησε την εδραίωση του ψυχικού δεσμού των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης με την ομόθρησκη γείτονα, παραβλέπεται σήμερα, με την συνήθη δολιότητα και στο πλαίσιο, πάντοτε, των στρατηγικών επεκτατικών επιλογών της νεοκεμαλικής Τουρκίας. Και βέβαια υπό την, επίσης συνήθη, ανοχή, μακαριότητα ή αφέλεια ενός καταστρεπτικού για τα συμφέροντα της χώρας «προοδευτικού» πλέγματος πολιτικών και διανοουμένων, που μονίμως ερμηνεύουν την ανάγκη προστασίας των συμφερόντων του Ελληνισμού και την εθνική εγρήγορση, ως εκδηλώσεις αντιδραστικής ιδεολογίας και ξεπερασμένου πατριωτισμού.

Η έμπρακτη αμφισβήτηση του ελέγχου της ελληνικής διοικήσεως στην περιοχή αποτελεί την τακτική επιλογή, που εξυπηρετεί αυτή την στρατηγική. Η πρώτη δυναμική εκδήλωση, στο πλαίσιο αυτής της τακτικής, πραγματοποιήθηκε στον Εύλαλο της Ξάνθης, τον Απρίλιο του 1982, όταν οι ελληνικές αρχές εκτελώντας αποφάσεις των δικαστηρίων απέβαλαν περιορισμένο αριθμό μουσουλμάνων και χριστιανών καλλιεργητών από δημόσιες εκτάσεις 2.000 περίπου στρεμμάτων. Ακολούθησε πλήθος αποσταθεροποιητικών ενεργειών, με κορυφαίες, την εμπρηστική συμπεριφορά του τότε Μουφτή Ξάνθης Μουσταφά Χιλμί, που υπό τις παραινέσεις του γιου του Μεχμέτ Αγκά διακηρύσσει ότι, «η μουσουλμανική μειονότητα πρέπει να απολαμβάνει καθεστώτος αυτόνομης διοικήσεως», τα γεγονότα του Ιανουαρίου 1988 στην Κομοτηνή, με αφορμή απόφαση του Αρείου Πάγου, που απαγόρευε την χρήση του όρου «τουρκικός» στους τίτλους τοπικών μουσουλμανικών σωματείων, η δράση των μειονοτικών εκλογικών συνδυασμών και κυρίως των βουλευτών Αχμέτ Σαδήκ (Ροδόπης) και Αχμέτ Φαικογλου (Ξάνθης), κατά την περίοδο 1990-93, η άρνηση αποδοχής των νομίμως εκλεγμένων μουφτήδων (1991) και η επιλογή «ψευδομουφτήδων», η συστηματική υποκίνηση αντιδράσεων στα μειονοτικά σχολεία, με αφορμή την έκδοση σχολικών βιβλίων στην τουρκική γλώσσα από τις ελληνικές αρχές (1992), η προσπάθεια δημιουργίας «μετώπου» μουσουλμάνων αιρετών εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως κ.α. Βασικός μοχλός σ' αυτή τη συστηματική προσπάθεια κινητοποιήσεως της μουσουλμανικής μειονότητας κατά της ελληνικής πολιτείας υπήρξε (και εξακολουθεί να λειτουργεί προς αυτή την κατεύθυνση) το Γενικό Προξενείο της Τουρκίας στην Κομοτηνή.

Η δράση του τουρκικού προξενείου στην πρωτεύουσα της Θράκης και, κυρίως, ο συχνότατα προκλητικός τρόπος παρεμβάσεώς του, σε οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με την μουσουλμανική μειονότητα της περιοχής, πέραν του ότι προσβάλλει βάναυσα την εθνική μας κυριαρχία, επιδρά καταλυτικά και στην στάση των αλλοθρήσκων ελλήνων πολιτών της Θράκης. Το Προξενείο δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας ολοκληρωτικός καταπιεστικός μηχανισμός, που όχι μόνο δεν εργάζεται, ως όφειλε, για την βελτίωση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, αλλά, με την χρησιμοποίηση παντός έκνομου και αντιδημοκρατικού μέσου, έχει μετατραπεί σε καθημερινό φόβητρο και δυνάστη κάθε μουσουλμάνου της Θράκης. Η παρουσία του και η λειτουργία του, χωρίς στοιχειώδη προσχήματα δημοκρατικότητας και ανθρώπινης ευαισθησίας, συγκροτούντον σταθερό και εν δυνάμει ανασταλτικό παράγοντα για την απεμπλοκή των εγχωρίων μουσουλμάνων από τον ταπεινωτικό ρόλο του πειθηνίου εντολοδόχου, που τους επιφυλάσσει και πιεστικά απαιτεί από αυτούς η Τουρκία. Το ψυχολογικό βάρος που προκαλείται από την ιδέα ότι, το «πανταχού παρόν» Προξενείο παρακολουθεί και ελέγχει πλήρως την ζωή, την δραστηριότητα ακόμη και την σκέψη του κάθε μουσουλμάνου αποτελεί κυρίαρχο, αν όχι αποκλειστικό, συντελεστή διαμορφώσεως της εκάστοτε συμπεριφοράς του.

Η δράση του Προξενείου είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με την επίσημη και μη κρυπτομένη άλλωστε, προοπτική, που η Τουρκία έχει σχεδιάσει και επιφυλάσσει στην Θράκη. Αποκαλυπτική είναι η άποψη, που διατυπώθηκε από τον καθηγητή Φ. Αρμάογλου, στο Συμπόσιο της «Ενώσεως Κεμαλικής Εξορμήσεως» (εφημερίδα Tercόman 19.2.1988), και απηχεί παραστατικότατα τις διαθέσεις και τις προθέσεις των γειτόνων μας για το ακριτικότερο διαμέρισμα του ελλαδικού χώρου. Κατά τον καθηγητή, «μόνο με την ένταξη της Δυτικής Θράκης εντός των ορίων της τουρκικής επικρατείας θα μπορέσει η Τουρκία να αποκτήσει ένα στερεό στοιχείο ασφαλείας στα Βαλκάνια. Τα σημερινά εδάφη της Τουρκίας στη Θράκη δεν είναι επαρκή». Στο ίδιο πλαίσιο ιδεών κινούμενος, ο σημερινός υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Ισμαήλ Τζέμ έχει δηλώσει, σε ανύποπτο χρόνο (Πρακτορείο Anadolu, 1.2.1991), πώς «θα φέρει στην επικαιρότητα το δικαίωμα αυτοδιαθέσεως των Τούρκων της Δυτ. Θράκης» Άλλωστε, ακόμη και όταν η διπλωματική γλώσσα επιβάλλει προσεκτικότερη διατύπωση οι Τούρκοι δύσκολα κρύβουν τις πραγματικές τους επιδιώξεις. Ο τότε υπουργός Προεδρίας και κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιλντιρίμ Ακτουνά, λίγες μόνο ημέρες προ της αφίξεώς του στην Θράκη, δήλωνε απερίφραστα (απόσπασμα από το δελτίο του γραφείου Τύπου της ελληνικής Πρεσβείας στην Αγκυρα): «Το μέλλον, το συμφέρον και τα δικαιώματα των τούρκων της Δυτ. Θράκης είναι συνδεδεμένα με την πορεία του κράτους της τουρκικής δημοκρατίας. Όσο εμείς μεγαλώνουμε και ενισχυόμαστε, ό,τι τους αφορά, το μέλλον τους θα τελεί υπό εγγύηση..... η Ελλάδα φοβάται και αυξάνονται οι φόβοι της, όσο βλέπει δίπλα της μια μεγάλη Τουρκία, η οποία στα κύτταρά της έχει τη μεγαλοπρέπεια, τη δύναμη της οσμανικής αυτοκρατορίας. Ελπίζω αυτοί οι φόβοι τους να μην πάρουν τη μορφή μιας παρανοικής ανωμαλίας. Πρέπει να τους θεραπεύσουμε».

Με αυτό το δόλιο πρόσχημα της δήθεν προστασίας των μειονοτικών δικαιωμάτων, η Τουρκία αποβλέπει στην μόνιμη χειραγώγηση των μουσουλμάνων της Θράκης και στην μετατροπή τους σε μοχλό αποσταθεροποιήσεως και αναταραχής στην περιοχή. Το υποτιθέμενο δε ενδιαφέρον της για την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και την ευημερία των εγχωρίων ομοθρήσκων της, στην πραγματικότητα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αναγκαία, για τα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης, πρόφαση, που επιτρέπει και διευκολύνει την διαρκή ανάμειξή της στα ζητήματα της Θράκης. Εκμεταλλευόμενη άριστα την διεθνή συγκυρία και την έξαρση, ιδίως μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, του διεθνούς ενδιαφέροντος για τις μειονότητες, η Τουρκία επικαλείται συνεχώς ανύπαρκτες παραβιάσεις σε βάρος των ομοθρήσκων της και παρερμηνεύει σκόπιμα και προς όφελός της τις υφιστάμενες διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες. Με αυτόν τον τρόπο ικανοποιεί δύο βασικές της επιδιώξεις: Αφ' ενός μεν, την διαμόρφωση ευνοικού, υπέρ των απόψεών της, κλίματος στην διεθνή κοινή γνώμη, αφ' ετέρου δε, την καλλιέργεια, στην συνείδηση του μουσουλμανικού πληθυσμού της Θράκης, της πεποιθήσεως ότι, η επιβίωσή του και η ευημερία του εξαρτώνται, αποκλειστικά και μόνο, από το άσβεστο ενδιαφέρον της αποκαλούμενης «Μητέρας Πατρίδας». Στην πραγματικότητα, για την Τουρκία, η διατήρηση της μειονότητας σε κατάσταση κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής στασιμότητας και η διαμόρφωση σταθερών και μονίμων συνθηκών αντιπαλότητας , ή, έστω, δυσπιστίας, έναντι του χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής, αποτελούν τις «εκ των ων ουκ άνευ» προϋποθέσεις, στις οποίες στηρίζεται η δυνατότητα ελέγχου και χειραγωγήσεως των ομοθρήσκων της στην Θράκη.

H τουρκική πολιτική για την Θράκη συνιστά πηγή κινδύνων απειλούντων, διαρκώς όλο και περισσότερο, την ομαλότητα της περιοχής, την επ' αυτής εθνική μας κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

Οι στόχοι της «αποκωδικοποιούνται» ευκολότατα, αν ανατρέξουμε στις επί μέρους παραμέτρους της τουρκικής στρατηγικής. Στόχοι αυτής της στρατηγικής είναι:

-Η φυλετική εξομοίωση και ομογενοποίηση, υπό την σημαία του τουρκισμού της  μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης.

-Η διαιώνιση της ενδοστρέφειας της μειονότητας και η αποτροπή κάθε προοπτικής κοινωνικής, πολιτιστικής και οικονομικής εντάξεως της στην τοπική κοινωνία.

-Η αναγωγή της θρησκείας (μουσουλμανικής) και της γλώσσας (τουρκικής) σε στοιχεία εθνοφυλετικής καθαρότητας, αποτρεπτικά για την οποιαδήποτε μορφής συνύπαρξη ή συμβίωση με τον χριστιανικό πληθυσμό της περιοχής. Είναι προφανές ότι το «κοσμικό» τουρκικό κράτος δεν διστάζει να «σεβασθεί», στην προκειμένη περίπτωση, το βαθύ θρησκευτικό φρόνημα των μουσουλμάνων της Θράκης, αντί να επιδιώξει την κεμαλικής εμπνεύσεως αντιισλαμική πολιτική που, τουλάχιστον επισήμως, εφαρμόζει στην Τουρκία.

-Η αναγόρευση της «Μητέρας Πατρίδας» (δηλ. της Τουρκίας) ως μοναδικού και αδιαφιλονίκητου εγγυητή των συμφερόντων, των δικαιωμάτων και των οραμάτων της μειονότητας και η αντίστοιχη «διαπόμπευση» της Ελλάδας, ως απεργαζομένης την διαρκή καταπίεση και εν τέλει την εξόντωση των μουσουλμάνων της Θράκης.

-Η διαμόρφωση και εμπέδωση ψυχολογίας, στους κόλπους της μουσουλμανικής μειονότητας, «λαού υπό ξενική κατοχή», που (πρέπει) να ζει, να ονειρεύεται και να αγωνίζεται για την «απελευθέρωσή» του και την «επιστροφή» του στην μητρική αγκαλιά της Τουρκίας.

Η αποδεδειγμένη στρατηγική επιλογή της Τουρκίας να χρησιμοποιεί την μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης για την εξυπηρέτηση των έναντι της Ελλάδας διεκδικήσεών της (είτε αυτές ανάγονται στην αποσταθεροποίηση της χώρας μας, είτε στην αμφισβήτηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, είτε, τέλος, στην απειλή της εδαφικής μας ακεραιότητας), προδιαγράφει το πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλει και πρέπει να κινείται η χώρα μας, προκειμένου να αποτρέψει την ηθικώς και νομικώς απαράδεκτη εκμετάλλευση των εγχωρίων μουσουλμάνων. Η διαρκής προσπάθεια της Τουρκίας να αποκομίσει οφέλη από την ύπαρξή τους , όχι μόνον αντιστρατεύεται κάθε έννοια δικαίου, αλλά και συνιστά, καθ' εαυτή, παραβίαση των μειονοτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφού η διεκδικητική στάση της μειονότητας, ακόμη και στις πλέον ακραίες εκδηλώσεις της, κάθε άλλο παρά σημαίνει ταύτιση με τις τουρκικές αξιώσεις και επιδιώξεις. Το πλέγμα διεθνούς προστασίας των μειονοτήτων, κάθε άλλο παρά επιτρέπει την καταχρηστική άσκηση των μειονοτικών δικαιωμάτων και την ασύδοτη δράση και συμπεριφορά μειονοτικών ομάδων, όταν μάλιστα είναι προφανής η εξυπηρέτηση στόχων προδήλως υπαγορευομένων από εξωγενείς παράγοντες.

Η από τουρκικής πλευράς επιχειρούμενη ομογενοποίηση της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης υπό την σημαία του «τουρκισμού», συνιστά κατάφορη παραβίαση των μειονοτικών δικαιωμάτων, των οποίων την προστασία υποτίθεται ότι ευαγγελίζεται και διεκδικεί η γειτονική χώρα. Αυτή η σαφής και ποικιλοτρόπως εκδηλουμένη τάση της Τουρκίας, να εκμεταλλεύεται την μειονότητα για την εξυπηρέτηση στόχων, που ουδεμία σχέση έχουν με την πολιτική, κοινωνική και οικονομική θέση των μουσουλμάνων, αντιστρατεύεται ευθέως σειρά διεθνών κειμένων, τα οποία συνθέτουν το πλέγμα προστασίας των μειονοτικών δικαιωμάτων. Επειδή δε η μειονότητα ζει, δρα και αναπτύσσεται στο πλαίσιο της έννομης τάξεως της χώρας εγκαταστάσεώς της, είναι αυτονόητο ότι, έχουν πλήρη εφαρμογή και οι διατάξεις οι οποίες ρυθμίζουν τα δικαιώματα, αλλά και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του συνόλου των ατόμων που συναπαρτίζουν τον πληθυσμό του συγκεκριμένου κράτους. Έτσι, π.χ. το άρθρο 30 της Οικουμενικής Διακηρύξεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948) απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων και υποδηλώνει πως τα ακραία όρια της ασκήσεως ενός δικαιώματος υπερβαίνονται, όταν προσβάλλονται τα δικαιώματα του πλησίον. Επίσης, το άρθρο 29 παρ.1 της ίδιας διακηρύξεως αναφέρει ότι, «το άτομο έχει υποχρεώσεις προς την κοινότητα, μέσα στην οποία μόνο είναι δυνατή η ελεύθερη και πλήρης ανάπτυξη της προσωπικότητά του». Η φράση επαναλαμβάνεται στο προοίμιο των δύο Συμφώνων των Ηνωμένων Εθνών του 1966: το Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων και το Διεθνές Σύμφωνο Οικονομικών, Κοινωνικών και Πολιτιστικών Δικαιωμάτων. Επί πλέον στο πρώτο από τα προαναφερθέντα Σύμφωνα, ρητώς μνημονεύονται (άρθρο 5) και τα άτομα, ως αποδέκτες της απαγορεύσεως τη


Share on Google Plus

Μήνυμα σχετικά με τα σχόλια σας...από.. Κωνσταντίνος Α.

Για περιπτώσεις αναπαραγωγής άρθρων μας,διαβάστε πρώτα τους Όρους Χρήσης © www.eglimatikotita.gr

Το παρόν διαδικτυακό μέσο ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω της φόρμας επικοινωνίας έτσι ώστε να αφαιρεθεί.

Το eglimatikotita δεν υιοθετεί τα άρθρα και το περιεχόμενο τους που προέρχονται από άλλα blog και αναδημοσιεύονται στον παρόντα ιστότοπο και ως εκ τούτου δεν φέρει οιασδήποτε φύσεως ευθύνη. Για οποιαδήποτε παράπονα ή διευκρινίσεις μπορείτε να στείλετε το μήνυμα σας στο Email της διαχείρισης.ΕΔΩ .
Ή μπορείτε και να αφήσετε μήνυμα στη σελίδα μας στο Facebook ΕΔΩ

Υ.Γ..Το eglimatikotita.gr είναι τελείως ανεξάρτητο blog και δεν παίρνει εντολές από πολιτικά γραφεία και απο-κόμματα.Βασίζεται μόνο στους αναγνώστες του και σε κανέναν άλλον.Ευχαριστώ.
loading...
    Blogger Comment
    Facebook Comment

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου